ζωοπλαστία


ζωοπλαστία
ζωοπλαστία, ἡ (Μ)
1. η καλλιτεχνική παράσταση ζώων
2. η δημιουργία ζωής, η παραγωγή έμβιων όντων.
[ΕΤΥΜΟΛ. Με τη σημ. 1.< ζωοπλάστης
με τη σημ. 2. < ζω(ο)- (Ι)* + -πλαστια (< -πλαστος < πλάσσω), πρβλ. ευ-πλαστία, τυπο-πλαστία].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ζω(ο)- — (I) (AM ζω[ο] ) α συνθετικό λέξεων που δηλώνει ότι το β συνθετικό α) αναφέρεται στη ζωή ή έχει σχέση με τη ζωή («ζωοπάροχος», «ζωοπλάσσω») β) αναδίδει ζωή ή ζωτικότητα («ζωομύριστος», «ζωπυρίς»). [ΕΤΥΜΟΛ. Στην Αρχαία Ελληνική ζω(ο) (Ι) είναι τ.… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.